Μεταφυσική αμφιβολία

1 σχόλιο

Shadow of doubt 194Ένα από τα πολλά προβλήματα που αντιμετωπίζει εκείνος που αποφασίζει να αφιερώσει τη ζωή και τις δυνάμεις του στη μελέτη του εσωτερισμού, παρακινούμενος από αληθινή και ανιδιοτελή αγάπη για υπηρεσία προς  την ανθρωπότητα, είναι εκείνο της αμφιβολίας προς το νέο κόσμο ο οποίος ανοίγεται μπροστά στα μάτια της αντίληψής τους.
Πραγματικά, είμαστε τόσο απόλυτα συνηθισμένοι και δεκτικοί (πολωμένοι) σε εκείνες τις αντιλήψεις που έχουμε με ένα συγκεκριμένο τρόπο βιώσει μέσα από τη ζωή μας στην ανθρώπινη κοινωνία και στα επιτεύγματά της αλλά και τόσο πολωμένοι στις φυσικές (αν μπορώ να το πω έτσι) αισθήσεις που οποιαδήποτε νέα γνώση, ακόμη και αν είναι επιστημονική (άρα και ευρύτερα αποδεκτή ή «θεμιτή») μας ξενίζει και μας γεμίζει αμφιβολίες. Αυτό είναι μια γενική αρχή της κοινωνίας και μπορεί κανείς να τη διαπιστώσει μελετώντας την ανθρώπινη ιστορία και κυρίως την ιστορία των επιστημών. Ακόμη και σήμερα, στην εποχή της εκρηκτικής άνθισης της τεχνολογίας και της επιστήμης, ο μέσος άνθρωπος (εάν πω και ο μέσος επιστήμονας δεν θα είμαι υπερβολικός) είναι δύσκολο να κατανοήσει ότι δεν είναι οι οφθαλμοί που βλέπουν αλλά ο ίδιος ο εγκέφαλος ενώ ο ρόλος των πρώτων περιορίζεται σε εκείνον του διαβιβαστή της φωτεινής ενέργειας. Μερικές αντιλήψεις είναι βαθιά ριζωμένες μέσα μας και είναι δύσκολο να εκριζωθούν – δύσκολο αλλά όχι αδύνατο.
Το ζήτημα περιπλέκεται πολύ περισσότερο όταν κανείς εξετάζει φιλοσοφικά και θρησκευτικά ζητήματα καθώς αυτά, σε αντίθεση με τα επιστημονικά, στερούνται απόδειξης και πειραματικής επαλήθευσης, όπως τη νοεί ο άνθρωπος σήμερα. Οι φιλοσοφικές αρχές και οι όποιες θρησκευτικές – θεολογικές απόψεις και εμπειρίες παραμένουν στην ατομική σφαίρα κατανόησης και επαλήθευσης. Όλοι μιλούν για την ψυχή, λόγου χάρη αλλά κανείς, όσο και αν υποψιάζεται την ύπαρξή της ή έστω δεν την αποκλείει, δεν μπορεί να την «αποδείξει». Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με το Θεό. Για τους υλιστές οτιδήποτε δεν μπορεί να αποδειχθεί επιστημονικά δεν υπάρχει και επιστημονική απόδειξη για την ύπαρξη του Θεού δεν διαθέτουμε αλλά επίσης δεν μπορούμε να παρουσιάσουμε (επιστημονικά πάντα) απόδειξη περί της ανυπαρξίας του. Για τους περισσότερο ρομαντικούς ο Θεός υπάρχει ακόμη και αν δεν μπορεί να αποδειχθεί. Οι πρώτοι απορούν με τους δεύτερους διότι πιστεύουν σε κάτι που δεν μπορεί να αποδειχθεί. Οι δεύτεροι απορούν με τους πρώτους διότι δεν βλέπουν το Θεό παντού γύρω τους, όπως εκείνοι τον βλέπουν και ανάμεσα σε αυτούς τους δύο υπάρχουν κι εκείνοι που αμφιβάλουν αλλά δεν κρατούν μια ξεκάθαρα θετική ή αρνητική στάση.
Από την αμφιβολία αυτή δεν ξεφεύγει εκείνος που σχετίζεται με την Εσωτερική αναζήτηση. Θα τον ονομάσω για χάρη ευκολίας στη διατύπωση «μαθητή» αν και σαφώς η λέξη αυτή δεν είναι σωστή.

Οι αμφιβολίες του μαθητή

Ο μαθητής, από την πρώτη κιόλας επαφή του με τον Εσωτερισμό, έρχεται σε επαφή με ένα πλήθος γνώσεων, αρχών και παραδοχών που διαφέρουν σε μικρό ή μεγάλο βαθμό από εκείνα που έως τότε είχε υιοθετήσει και αποδεχτεί. Η ζωή του υφίσταται μια συνολική αναδόμηση σταδιακά κι έρχεται σε επαφή με ενέργειες και καταστάσεις που έως τότε του ήταν άγνωστες ή τουλάχιστον δεν έδινε τη δέουσα προσοχή σε αυτές και δεν μπορούσε να τις ερμηνεύσει. Βήμα – βήμα, όμως, γίνεται κοινωνός των καταστάσεων αυτών και της διεύρυνσης της συνειδητότητάς του και, όσο ο καιρός περνάει, μαθαίνει να παρατηρεί και να κάνει «συνδέσεις» που έως τότε τον άφηναν αδιάφορο. Ο κόσμος πλέον ερμηνεύεται από αυτόν με διαφορετικούς όρους, συχνά γίνεται πολύ θετικός στη σκέψη αλλά εξίσου συχνά και πολύ αρνητικός. Θα μπορούσαμε, λοιπόν, να πούμε ότι στα αρχικά στάδια της μαθητείας ο μαθητής αμφιβάλει σε κάποιο βαθμό ως προς τις γνώσεις που του διατίθενται και στο κατά πόσο αυτές είναι επαληθεύσιμες.
Ταυτόχρονα με αυτή την αμφιβολία, ο μαθητής που είναι έντονα θρησκευόμενος αντιμετωπίζει το πρόβλημα του κατά πόσο οι νέες αυτές γνώσεις είναι «ταιριαστές» και αποδεκτές από τη θρησκεία του. Δεν βρίσκεται ακόμη σε ικανό επίπεδο να διακρίνει την ενότητα που κρύβεται πίσω από όλες τις δοξασίες ούτε και να ερμηνεύσει με κάποιον άλλο τρόπο, περισσότερο συνθετικό, τις διδαχές του θρησκεύματος το οποίο επικαλείται. Αυτό συμβαίνει ιδιαίτερα στο μαθητή της χριστιανικής διδασκαλίας, όπου η απειλή της αίρεσης και της μετά θάνατον τιμωρίας τονίζεται συχνά και υπερβολικά. Υπάρχει, με άλλα λόγια, στο σημείο αυτό ένας μεταφυσικός φόβος για το μαθητή, ο οποίος συνήθως διατηρείται επί μακρόν και αποτελεί σοβαρό εμπόδιο που πρέπει να ξεπεραστεί και ξεπερνιέται όταν γίνει κατανοητή η αγαθή φύση της Θεότητας και η «φιλοσοφία» της δημιουργίας, στο βαθμό που μπορεί να γίνει κατανοητή.
Έπειτα, ο μεταφυσικός αυτός φόβος αφορά στο επέκεινα γενικότερα. Τι κρύβεται μετά το θάνατο; Θα ήταν ίσως πολύ ευκολότερο να δεχτεί κανείς πως μετά το θάνατό του δεν υπάρχει τίποτα παρά ότι ακολουθεί μια σειρά ενσαρκώσεων για εκπαιδευτικούς λόγους και για ανιδιοτελή προσφορά στο κοινωνικό σύνολο.
Ο μαθητής έχει σοβαρές αμφιβολίες να καταπολεμήσει. Ελάχιστες από αυτές αναφέραμε στο άρθρο αυτό περισσότερο για προβληματισμό παρά ως μια εμπεριστατωμένη μελέτη περί των δυσκολιών της μαθητείας.

Η αιμορροούσα γυναίκα (μέρος 2ο)

7 Σχόλια

womanartΣτο θαύμα, λοιπόν αυτό, δεν θεραπεύεται η «Γυναίκα» ούτε καν η «αδελφή» αλλά η «θυγατέρα». Ποιά έννοια έχουν οι τρεις αυτές λέξεις θα μπορούσε να αποτελεί το θέμα μιας ξεχωριστής συζήτησης. «Γυναίκα» είναι η τάση προς δημιουργία, η τάση προς μορφή. «Αδελφή» είναι η έκφραση της δημιουργικής – μορφικής τάσης της «Γυναίκας», με άλλα λόγια η αφυπνισμένη Ανθρωπότητα, της οποίας η «αδελφή» αποτελεί ένα μέρος, όπως και ο ίδιος ο Διδάσκαλος Ιησούς. Η «θυγατέρα» είναι το μέρος εκείνο της Ανθρωπότητας που βρίσκεται στη διαδικασία της αφύπνισης, με άλλα λόγια η εν δυνάμει «αδερφή». Τόσο η «γυναίκα» όσο και η «αδελφή» και η «θυγατέρα» χρειάζονται θεραπεία αλλά διαφορετικού είδους. Διότι «θεραπεία» δεν είναι μόνο η αποκατάσταση της σωματικής υγείας αλλά και η ευθυγράμμιση που προέρχεται από την αφύπνιση.
Δύο ενδεικτικά θαύματα που απευθύνονται σε γυναίκες είναι η θεραπεία της συγκύπτουσας γυναίκας και η διάσωση της γυναίκας από το λιθοβολισμό. Την τελευταία αυτή ιστορία τη συγκαταλέγω στα θαύματα αν και δεν υπήρξε σωματική θεραπεία. Η συγκύπτουσα γυναίκα, όπως μας διηγείται ο Λουκάς, επί 18 χρόνια ήταν καταδικασμένη να είναι σκυμμένη και να κοιτάζει προς το χώμα. Είναι μια ωραία περιγραφή της ίδιας της Δημιουργίας που είναι «καταδικασμένη» να στραφεί προς τη μορφική όψη, προς την ύλη άρα και προς τη φθορά και το θάνατο όπως τον νοούν οι άνθρωποι. Είναι η ίδια η προσωπικότητα και η ζωική ψυχή που «περί πολλών μεριμνά και τυρβάζη», όπως αναφέρεται κάπου αλλού. Είναι η αναδίπλωση του ανθρώπου στα κέντρα κάτω από το διάφραγμα και με την παρέμβαση του Ιησού Διδασκάλου (έχει ενδιαφέρον ότι αναφέρεται η επίθεση των χεριών και αποτελεί ισχυρή ένδειξη ότι η θεραπεία αυτή σχετίζεται με το αιθερικό σώμα των ανθρώπων άρα και με τη λειτουργία των τσάκρα και των ενδοκρινών) η γυναίκα κατορθώνει να σταθεί «όρθια». Με άλλα λόγια η ορθή και τόσο λεπτομερώς αναφερόμενη από την εσωτερική ιατρική διοχέτευση της ενέργειας διαμέσου των αιθερικών κέντρων. Επομένως η θεραπεία της συγκύπτουσας γυναίκας δεν αναφέρεται σε κάποιο άτομο που αντιμετώπιζε προβλήματα με τη μέση του αλλά σε κάτι πολύ ευρύτερο. Αν σκεφτεί κανείς ότι τα συνολικά χρόνια που η γυναίκα ήταν σκυμμένη (18 χρόνια), ότι ο αριθμός αυτός αναφέρεται στο 9, τη μορφική πλευρά της ύπαρξης, το Γεσόντ των Καββαλιστών και πως η γυναίκα ήταν αναγκασμένη να βλέπει τη γη (την ύλη, το εφήμερο, το περιορισμένο) αλλά τώρα κατορθώνει να σταθεί όρθια, να ευθυγραμμίσει τα κέντρα της και, ως όρθια που είναι να μπορεί να κοιτάξει ψηλά, καταλαβαίνει κανείς πως η θεραπεία αυτή αποκτά περισσότερο κοσμική σημασία παρά ατομική. Αυτό συχνά το ξεχνάμε προσδοκώντας μια ατομική θεραπεία για εμάς τους ίδιους και για τα αγαπημένα μας πρόσωπα.
Είπαμε πριν πως «γυναίκα» είναι η μορφική δημιουργία και «θυγατέρα» η ανθρωπότητα που βρίσκεται υπό αφύπνιση, το σύνολο με άλλα λόγια του κόσμου που μέσα από τις επανενσαρκώσεις του πραγματοποιεί το μακραίωνο προσκύνημά του μέχρι την επιστροφή του εκεί που η Νιρβάνα είναι η αρχή, μέχρι να τελειώσει και αυτός ο παγκόσμιος κύκλος και επέλθει η επόμενη πραλάγια. Στο θαύμα της θεραπείας της θυγατέρας της Χαναναίας γυναίκας η θεραπεία είναι διπλή, καθώς αφορά τόσο στη γυναίκα όσο και στην κόρη της. Η μεν γυναίκα αποδεικνύει την πίστη της και επιβραβεύεται με τη θεραπεία της κόρης της και η τελευταία, χάρη στην πίστη της μητέρας της απολαμβάνει τη σωματική θεραπεία, η οποία στην περίπτωση αυτή είναι μέσω ακτινοβολίας. Συμβολικά και μεταφορικά, η τάση, επιθυμία και αγώνας της μορφικής δημιουργίας για απορρόφηση από τη δεξαμενή της Θεότητας και η ταύτιση μαζί της «συμπαρασύρει» την ίδια την αφυπνιζόμενη ανθρωπότητα και το θαύμα συντελείται τόσο στο σωματικό όσο και στον ψυχικό-πνευματικό τομέα. Είναι ένα ιδιαίτερα σημαντικό θαύμα διότι τονίζεται αυτό που αναφέρθηκε παραπάνω ότι συχνά λησμονούμε: η θεραπεία δεν αναφέρεται μόνο στην αποκατάσταση της σωματικής υγείας. Η θυγατέρα της Χαναναίας άμεσα δεν «κάνει κάτι», δεν δρα η ίδια κι από μόνη της αλλά διαμέσου της «γυναίκας» μητέρας της, της οποίας αποτελεί μέρος, μία από πολλά αδέρφια. Υπάρχει μια έντονη νύξη περί κάρμα και περί των 4 βασιλείων της φύσης σε αυτό το θαύμα αλλά και από τη στιχομυθία του Διδασκάλου με τη γυναίκα υπάρχει σαφής αναφορά στη δοκιμασία της τελευταίας, την οποία πρέπει να ερμηνεύσουμε τόσο με όρους της καθημερινής ζωής όσο και των ίδιων των κοσμικών συνθηκών: η δοκιμασία, ο πόνος, η ασθένεια, η φθορά είναι μέρος της ζωής και της δημιουργίας όπως την αντιλαμβανόμαστε. Είναι «προορισμένη» για την ανθρωπότητα και τον πλανήτη (αν μπορούμε να το εκφράσουμε έτσι). Είναι όμως μια «κληρονομιά» που αποτελεί δοκιμασία και όχι μια αιώνια «προίκα». Είναι μια ευκαιρία για ανώτερες επιτεύξεις και σε καμία περίπτωση δεν είναι «τιμωρία», κάτι που συχνά ισχυρίζονται διάφοροι θρησκευτικοί εκπρόσωποι. Βέβαια, η φράση «αμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα» είναι πολύ ακριβής και σωστή, καθώς αναφέρεται στο κάρμα και στις συνθήκες της πλανητικής ασθένειας και των συλλογικών ασθενειών αλλά και πάλι το κάρμα δεν έχει μόνο την ανταποδωτική όψη που συχνά τονίζεται από τους μοιρολάτρες.
Eiναι γνωστό πως οι περισσότερες ασθένειες εκπορεύονται από την αστρική φύση. Η γυναίκα είναι ιδιαίτερα πολωμένη σε αυτή όμως αυτό δεν σημαίνει πως η γυναίκα είναι περισσότερο επιρρεπής στην ασθένεια μιας και το σύνολο της ανθρωπότητας γενικά «χρωστάει» ακόμα πολλά στην αστρική κληρονομιά της 4ης φυλής. Η γυναίκα ταλαιπωρείται συχνά από αιμορραγίες του γεννητικού της συστήματος, εν μέσω πόνων γεννάει τα παιδιά της και μέσα στο αίμα – την επιθυμητική και ζωική φύση, την οποία «χάνει» μέσα από την αιμορραγία ακριβώς όπως ολόκληρη η ανθρωπότητα. Και είναι η γυναίκα που εξαιτίας της φύσης της είναι ταυτόχρονα ρεαλίστρια, ίσως και σκληρή πολύ συχνά όταν υπερβάλει στο ρεαλισμό της. Ταυτόχρονα, όντας ιδιαίτερα θετική στην αστρική της φύση είναι περισσότερο «ευάλωτη» στις ασθένειες που σχετίζονται με αυτή, στη γοητεία, τη θυμική αυταπάτη, τη μαγεία αλλά και στα σπουδαία επιτεύγματα που σχετίζονται με την ορθή και ισορροπημένη χρήση της. Η μητέρα που αιμορραγεί και τελικά θεραπεύεται από το γιό της, το προϊόν της σύλληψης από τον άντρα της, την ψυχή, το πάντρεμα της ύλης και του πνεύματος. Είναι ο Ώρος που εκδικείται για τον Όσιρη και όχι η Ίσιδα από μόνη της αλλά διαμέσου αυτής ο Σεθ κατατροπώνεται. Είναι ο γιός της Μαρίας που θεραπεύει και θριαμβεύει επί της ασθένειας και του θανάτου, ο μακρινός απόγονος του Αδάμ (πνεύμα) και της Εύας (ζωής) που παίρνει εκδίκηση από τον Όφι εκ μέρους των προπατόρων του.
Στην περίπτωση του Χριστού ομιλούμε για τον μεγαλύτερο θεραπευτή που γνώρισε η ανθρωπότητα και συνήθως οι άνθρωποι όταν αναλογίζονται τα ζητήματα θεραπευτικής, νιώθωντας δέος απέναντι στο Διδάσκαλο αισθάνονται ότι, ελλείψη της αντίστοιχης μύησης, δεν μπορούν να κάνουν το ίδιο. Λησμονούν όμως ότι ο Χριστός βρίσκεται μέσα στον κάθε άνθρωπο και θα ολοκληρώσει τις μυήσεις του μόλις αφυπνιστεί στον καθένα από εμάς ξεχωριστά. Οι περισσότεροι σπουδαστές του Εσωτερισμού, έχοντας κατακλυστεί από ένα πλήθος γνώσεων και θεωριών νιώθουν ανίκανοι να επιτελέσουν το έργο της θεραπείας. Αυτό δείχνει εκ μέρους τους μια επίγνωση των δυσκολιών του ζητήματος η οποία δεν είναι κακή. Δεν περιμένει κανείς από κάποιον που μελετάει ένα σύγγραμμα παθολογίας να βγει και να θεραπεύει τον κόσμο νομίζοντας πως είναι παθολόγος. Όμως, έχοντας κάποιες στοιχειώδεις γνώσεις, εάν δείτε κάποιον ξαφνικά να λιποθυμά μπροστά σας, δεν θα του προσφέρετε τις όποιες πρώτες βοήθειες γνωρίζετε; Θα προτιμήσετε να τον αφήσετε να πεθάνει μέχρι να βρεθεί κάποιος πιστοποιημένος θεραπευτής; Πόσες ανθρώπινες ζωές δεν σώθηκαν από την προσφορά πρώτων βοηθειών; Κατ’ αναλογία το ίδιο συμβαίνει και με τη θεραπευτική για την οποία ομιλούμε. Η ανάγκη-επιθυμία του ανθρώπου για προσφορά τον ωθεί στο να επιμορφωθεί και να δράσει. Να κατανοήσει το μέτρο των δυνατοτήτων που του διατίθενται τη συγκεκριμένη στιγμή και να τις χρησιμοποιήσει προς όφελος του συνόλου. Δεν θα αντιμετωπίσει, μιλώντας με όρους της καθημερινότητας, το έμφραγμα αλλά, στο μέτρο των γνώσεών του θα προσφέρει τις συνθήκες εκείνες που σε επόμενη φάση θα βοηθήσουν τον πιο εξειδικευμένο θεραπευτή να δράσει, κάνοντας το «έδαφος» της θεραπείας πιο πρόσφορο. Το ίδιο ισχύει και στα ζητήματα που διαπραγματευόμαστε, αν κάνετε την αναγωγή. Όπως εκείνος που προσφέρει πρώτες βοήθειες σε έναν εμφραγματία κατανοεί πως δεν είναι καρδιολόγος, έτσι και ο εν δυνάμει εσωτερικός θεραπευτής πρέπει να κατανοεί μέχρι που φτάνουν οι δυνατότητές του και από τι περιορίζεται. Όπως ο πρώτος δεν είναι απαραίτητο να είναι απόλυτα υγιής σε αυτό που προσπαθεί να θεραπεύσει, έτσι και ο δεύτερος δεν πρέπει να αφήνει την αδυναμία και την έλλειψή του να στερούν την προσφορά στους ανθρώπους που μπορεί ανιδιοτελώς να δοθεί. Διότι ακόμη και ο καρδιολόγος μπορεί να πάσχει από καρδιολογικά προβλήματα.
Ας κατανοήσει λοιπόν κανείς πως μπορεί να δώσει θεραπεία στο βαθμό των δυνατοτήτων του και στο πλαίσιο που οι νόμοι του καθορίζουν. Κάθε φορά που προσφέρουμε εσωτερικές πρώτες βοήθειες δεν πρέπει να αφήνουμε τις σκέψεις περί κάρμα του ασθενή να μας περιορίζουν. Δρούμε αγαπητικά και λαμβάνουμε υπόψη το κάρμα του πάσχοντα αλλά όχι με τρόπο που να στερεί την εκ μέρους δράση μας και αυτό είναι ένα σημείο συχνής παρανόησης. Δεν παρατάμε έναν τραυματισμένο από φόβο μήπως παρέμβουμε στο κάρμα του. Ο νόμος αυτός μας υπερβαίνει κατά πολύ και ελάχιστα τον κατανοούμε ως ανθρωπότητα και ως μονάδες για να τον προβάλουμε ως επιχείρημα που θα δικαιολογήσει την απραξία μας.